Γιώργος Κορδώνιας – Ψυχολόγος – Ψυχοσεξολόγος
Σε μια κοντινή σχέση, πολλοί άνθρωποι νιώθουν ότι κινούνται ανάμεσα σε δύο φόβους. Ο ένας είναι να χαθούν μέσα στη σχέση: να λένε «ναι» ενώ θέλουν να πουν «όχι», να προσαρμόζονται συνεχώς και κάποια στιγμή να μην ξέρουν πια τι χρειάζονται οι ίδιοι. Ο άλλος είναι ότι, αν αρχίσουν να βάζουν όρια, θα απομακρυνθούν από τον άνθρωπο που αγαπούν ή θα φανούν ψυχροί και εγωιστές.
Συχνά τα όρια παρουσιάζονται σαν ένα τείχος που υψώνουμε για να προστατευτούμε από τους άλλους. Στις κοντινές σχέσεις, έχει σημασία να διατηρούμε την αίσθηση του εαυτού μας μέσα σε ένα «εμείς» που έχει αξία για εμάς. Από αυτή την οπτική, τα υγιή όρια αφορούν κυρίως τη σαφήνεια: τι χρειάζομαι, τι επιλέγω και πώς συμμετέχω στη σχέση, ενώ παραμένω κοντά στον άλλον. Δεν απαιτούν απόσταση.
Τι εννοούμε όταν μιλάμε για «όρια»
Η λέξη «όρια» χρησιμοποιείται πολύ, και όχι πάντα με το ίδιο νόημα. Στην έρευνα για τις σχέσεις, τα «υγιή όρια» ορίζονται με διαφορετικούς τρόπους.¹
Σε αυτό το άρθρο, λοιπόν, όταν μιλάμε για όρια εννοούμε τον τρόπο με τον οποίο αναγνωρίζουμε και επικοινωνούμε τι χρειαζόμαστε, τι επιλέγουμε, τι είμαστε διαθέσιμοι να κάνουμε ή να δεχτούμε και πού βρίσκεται ο προσωπικός μας χώρος μέσα σε μια σχέση.
Στην καθημερινότητα, τα όρια μπορεί να αφορούν:
Τον χρόνο που περνάμε μαζί και εκείνον που χρειαζόμαστε για τον εαυτό μας.
Το πότε είμαστε διαθέσιμοι να απαντήσουμε, να βοηθήσουμε ή να είμαστε παρόντες.
Όσα επιλέγουμε να μοιραζόμαστε και όσα θέλουμε να κρατάμε για εμάς.
Το είδος της βοήθειας ή των συμβουλών που θέλουμε και το πότε τις χρειαζόμαστε.
Τη θέση που έχουν η οικογένεια και οι φίλοι στη ζωή μας.
Τον τρόπο που μιλάμε μεταξύ μας, ιδιαίτερα όταν διαφωνούμε.
Τον προσωπικό μας χώρο, κυριολεκτικά και μεταφορικά.
Ένα όριο μπορεί να εκφράζεται με ένα «ναι, αλλά όχι τώρα» ή ένα «χρειάζομαι κάτι διαφορετικό». Μερικές φορές αφορά απλώς το να έχουμε ξεκαθαρίσει μέσα μας τι μπορούμε και τι θέλουμε να δώσουμε.
Τα όρια δεν απαιτούν απόσταση
Μια συνηθισμένη παρανόηση είναι ότι όσο πιο «γερά» όρια έχει κάποιος, τόσο λιγότερο χρειάζεται τους άλλους. Στις κοντινές σχέσεις, όμως, η εγγύτητα και η αλληλεξάρτηση είναι φυσικό κομμάτι της ζωής: στηριζόμαστε ο ένας στον άλλον, ζητάμε βοήθεια, επηρεαζόμαστε από το πώς νιώθει ο άνθρωπος δίπλα μας. Αυτό από μόνο του δεν δείχνει ότι «λείπουν τα όρια».
Το πόσο κοντά είμαστε με κάποιον και το πόσο ξεκάθαρα διατηρούμε τις δικές μας σκέψεις, ανάγκες και επιλογές είναι δύο διαφορετικές πλευρές μιας σχέσης.¹,² Δύο άνθρωποι μπορεί να είναι πολύ δεμένοι και ταυτόχρονα να διατηρεί ο καθένας τη δική του φωνή.
Αυτονομία δεν σημαίνει ανεξαρτησία
Η αυτονομία συνδέεται συχνά με την ιδέα ότι «τα καταφέρνω μόνος μου, δεν χρειάζομαι κανέναν». Στη θεωρία του αυτοπροσδιορισμού, αφορά κυρίως το να νιώθουμε ότι όσα κάνουμε αποτελούν πραγματικά δικές μας επιλογές. Το ψυχολογικό αυτό πλαίσιο έχει εφαρμοστεί και στη μελέτη των ερωτικών σχέσεων.³,⁴
Από αυτή την οπτική, μπορώ να ζητήσω βοήθεια σε μια δύσκολη περίοδο, να στηριχτώ σε έναν άνθρωπο που εμπιστεύομαι ή να υπολογίσω τη γνώμη του σε μια σημαντική απόφαση, χωρίς να χάνω την αυτονομία μου - εφόσον αυτό είναι κάτι που επιλέγω και όχι κάτι που νιώθω ότι μου επιβάλλεται. Έρευνα με ενήλικες που βρίσκονταν σε σχέση υποστηρίζει ότι η αυτονομία και η σύνδεση μέσα στη σχέση μπορούν να συνυπάρχουν, αντί να λειτουργούν σαν δύο αντίπαλες δυνάμεις.³
Ένα «εγώ» μέσα σε ένα «εμείς»
Μπορούμε να σκεφτούμε αυτή την ισορροπία ως τη δυνατότητα να είμαι ταυτόχρονα κοντά στον άλλον και «με τον εαυτό μου», αντί να εναλλάσσομαι αναγκαστικά ανάμεσα στα δύο. Μπορώ, δηλαδή, να μένω κοντά σε κάποιον ακόμη κι όταν διαφωνούμε, χωρίς να υιοθετώ την οπτική του για να μη χαλάσει το κλίμα και χωρίς να αποτραβιέμαι για να προστατευτώ.
Μία σχετική έννοια στην έρευνα για τα ζευγάρια και τις οικογένειες είναι η «διαφοροποίηση του εαυτού»: η δυνατότητα να διατηρώ μια καθαρή αίσθηση του ποιος είμαι, τι σκέφτομαι και τι χρειάζομαι, χωρίς να χρειάζεται να αποκόπτομαι από τον άλλον. Η έννοια προέρχεται από τη θεωρία οικογενειακών συστημάτων του Bowen και είναι ένα από τα πλαίσια που βοηθούν να καταλάβουμε πώς συνυπάρχουν η ατομικότητα και η συναισθηματική σύνδεση.
Γιατί έχει σημασία αυτή η ισορροπία
Σε πολλές μελέτες, το να διατηρεί κάποιος μια πιο καθαρή αίσθηση του εαυτού του μέσα στη σχέση συνδεόταν γενικά με καλύτερη λειτουργία του ζευγαριού.⁵ Παρόμοια εικόνα βρέθηκε και σε ζευγάρια από την Ισπανία και τις ΗΠΑ, όπου η μεγαλύτερη διαφοροποίηση συνδεόταν με καλύτερη ποιότητα και σταθερότητα της σχέσης, με κάποιες διαφορές ανάμεσα στις δύο χώρες.⁶
Οι συσχετίσεις αυτές αφορούν τη διαφοροποίηση του εαυτού και δεν σημαίνουν ότι η θέσπιση ορίων από μόνη της βελτιώνει την ποιότητα μιας σχέσης ή προστατεύει την ψυχική υγεία.
Όριο ή προσπάθεια ελέγχου;
Ένα όριο συχνά περιλαμβάνει ένα αίτημα προς τον άλλον: «Θα ήθελα να μη μου μιλάς με αυτόν τον τόνο», «Χρειάζομαι να μου λες αν θα αργήσεις». Με τέτοια αιτήματα κάνουμε σαφές στον άλλον τι είναι σημαντικό για εμάς.
Ένα όριο, όμως, δεν μας δίνει τη δύναμη να αποφασίζουμε για λογαριασμό του άλλου. Εκείνος παραμένει ένας ενήλικας με τις δικές του επιλογές, όπως κι εμείς. Η φροντίδα και το ενδιαφέρον για κάποιον είναι άλλο πράγμα από το να προσπαθούμε να ορίζουμε τι σκέφτεται, τι νιώθει ή τι κάνει.² Εκεί που έχουμε περισσότερο έλεγχο είναι στις δικές μας επιλογές: στο τι θα κάνουμε, πώς θα συμμετέχουμε και τι είμαστε διατεθειμένοι να δεχτούμε.
Όταν ο άλλος φωνάζει σε μια διαφωνία, μπορώ να του ζητήσω να μιλήσουμε πιο ήρεμα και, αν συνεχίσει, να προτείνω να συνεχίσουμε τη συζήτηση αργότερα.
Η ίδια φράση μπορεί να εκφράζει ένα ειλικρινές αίτημα σε μια σχέση και να λειτουργεί ως πίεση σε μια άλλη. Σημασία έχουν οι συνθήκες, ο λόγος που διατυπώνουμε το αίτημα, το κατά πόσο είναι ανάλογο με την κατάσταση, αν αφήνουμε στον άλλον χώρο να διαφωνήσει και πώς αντιδρούμε όταν επιλέγει κάτι διαφορετικό.
Μια φράση που ακούγεται συχνά είναι «δεν είμαι υπεύθυνος για τα συναισθήματά σου». Δεν μπορούμε να καθορίσουμε πώς θα νιώσει ο άλλος ούτε χρειάζεται να υποχωρούμε κάθε φορά για να μην τον στενοχωρήσουμε. Ως απόλυτος κανόνας, όμως, αφήνει κάτι σημαντικό απ’ έξω. Παραμένουμε υπεύθυνοι για τον τρόπο που φερόμαστε και για τις προβλέψιμες συνέπειες των επιλογών μας στη σχέση. Γι’ αυτό ένα όριο μπορεί να είναι σταθερό και, ταυτόχρονα, να ειπωθεί με φροντίδα.
Πώς λέμε ένα όριο στην πράξη
Ένα όριο που υπάρχει μόνο στο μυαλό μας δύσκολα μπορεί να το λάβει υπόψη ο άλλος. Για να θέσουμε ένα όριο, μπορούμε πρώτα να ξεκαθαρίσουμε τι χρειαζόμαστε, έπειτα να το εκφράσουμε στον άλλον και να φροντίσουμε η δική μας συμπεριφορά να είναι συνεπής με όσα είπαμε. Το αν θα ανταποκριθεί ο άλλος εξαρτάται και από τον ίδιο.
Τρία πρακτικά βήματα για να γίνει ένα όριο πιο σαφές: αναγνώριση της ανάγκης, καθαρή επικοινωνία και συνέπεια στη δική μας συμπεριφορά — χωρίς την υπόσχεση ότι μια τεχνική εγγυάται αποτέλεσμα.
Αναγνωρίζω τι χρειάζομαι
Πριν εκφράσουμε ένα όριο, χρειάζεται να καταλάβουμε τι μας συμβαίνει. Μπορούμε να προσέξουμε καταστάσεις που επαναλαμβάνονται, όπως ο εκνευρισμός που νιώθουμε, η κούραση μετά από κάθε συνάντηση ή η αίσθηση ότι λέμε «ναι» ενώ θέλουμε να πούμε «όχι». Τέτοιες εμπειρίες μπορούν να μας βοηθήσουν να αναγνωρίσουμε τι ακριβώς μας ενοχλεί, τι χρειαζόμαστε και τι θα θέλαμε να αλλάξει, χωρίς από μόνες τους να καθορίζουν ποιος έχει δίκιο.
Το λέω καθαρά, χωρίς επίθεση
Ο τρόπος που μιλάμε για μια ανάγκη ή μια διαφωνία έχει σημασία. Μελέτες σε ζευγάρια έχουν βρει ότι ο τρόπος επικοινωνίας συνδέεται, σε μικρό βαθμό, με τη μετέπειτα ποιότητα της σχέσης.⁷ Με άλλα λόγια, το πώς μιλάμε παίζει ρόλο, αλλά καμία φράση ή τεχνική δεν καθορίζει από μόνη της την πορεία μιας σχέσης.
Αυτό που μπορούμε να κάνουμε είναι να πούμε κάτι με τρόπο που να είναι σαφής και να μη στρέφεται εναντίον του άλλου ως ανθρώπου. Αντί για:
«Πάντα με εκθέτεις μπροστά σε κόσμο. Δεν έχεις κανέναν σεβασμό.»
μπορεί να ειπωθεί:
«Χθες στο τραπέζι, όταν σχολίασες τη δουλειά μου μπροστά στους φίλους μας, ένιωσα άβολα και ντράπηκα. Αν θέλεις να μου πεις κάτι γι' αυτό, θα ήθελα να το κάνουμε όταν είμαστε οι δυο μας.»
Η δεύτερη εκδοχή ξεκινά από μια συγκεκριμένη στιγμή αντί για τον χαρακτήρα του άλλου, περιγράφει πώς το βίωσα εγώ και κλείνει με ένα συγκεκριμένο αίτημα. Δεν είναι μαγική φράση και δεν εγγυάται ότι ο άλλος θα συμφωνήσει ή ότι η κουβέντα θα είναι εύκολη. Κρατά όμως τη συζήτηση στο ίδιο το ζήτημα και κάνει πιο ξεκάθαρο τι ζητάω.
Κάνω ό,τι εξαρτάται από μένα
Αν έχω πει ότι χρειάζομαι μισή ώρα ησυχίας όταν γυρίζω από τη δουλειά, πριν μιλήσουμε για τα πρακτικά της μέρας, χρειάζεται να φροντίζω κι εγώ να παίρνω αυτόν τον χρόνο, χωρίς να περιμένω να το θυμάται πάντα ο άλλος ή να θυμώνω σιωπηλά όταν το ξεχνά.
Όταν δεν έχουμε συνηθίσει να εκφράζουμε τις ανάγκες μας, μπορεί να νιώθουμε ενοχή ή άγχος και να αναρωτιόμαστε αν φερόμαστε εγωιστικά, ακόμη κι όταν αυτό που ζητάμε είναι εύλογο.
Όταν δύο θεμιτές ανάγκες συγκρούονται
Μερικές φορές δύο άνθρωποι έχουν διαφορετικές, θεμιτές ανάγκες που δύσκολα συνδυάζονται, ακόμη κι όταν σέβονται ο ένας τα όρια του άλλου. Ο ένας θέλει τα Σαββατοκύριακα να είναι κυρίως για τους δυο τους· ο άλλος θέλει να βλέπει συχνά την οικογένειά του. Ο ένας χρειάζεται να μιλήσει αμέσως για μια διαφωνία· ο άλλος χρειάζεται πρώτα λίγη ώρα για να ηρεμήσει.
Σε τέτοιες περιπτώσεις, η σύγκρουση δεν λύνεται αν ο καθένας ονομάσει τη δική του ανάγκη «όριο» και του άλλου «πίεση». Δύο άνθρωποι μπορεί να διαφωνούν χωρίς κανείς τους να έχει άδικο.
Πιο χρήσιμο είναι να ρωτήσει κανείς: τι προστατεύει η θέση του καθενός; Πίσω από την επιθυμία για ήσυχα Σαββατοκύριακα μπορεί να βρίσκεται η ανάγκη για ξεκούραση ή για χρόνο ως ζευγάρι. Πίσω από τις συχνές επισκέψεις μπορεί να βρίσκεται η αγάπη για τους γονείς, η αίσθηση υποχρέωσης ή η ανησυχία ότι μένουν μόνοι. Έτσι, μπορούν να αναζητήσουν τρόπους να συνδυάσουν τις ανάγκες τους, εφόσον αυτό είναι εφικτό. Το να καταλάβω την οπτική του άλλου δεν σημαίνει ότι συμφωνώ μαζί του ή ότι υποχωρώ.
Βοηθά επίσης να ξεχωρίσει ο καθένας σε τι μπορεί να προσαρμοστεί και τι δεν θέλει να αλλάξει. Ίσως οι επισκέψεις στην οικογένεια μπορούν να γίνονται κάθε δεύτερη Κυριακή, ενώ για εκείνον που θέλει περισσότερο χρόνο ως ζευγάρι μια ήσυχη μέρα την εβδομάδα παραμένει κάτι που δεν θέλει να διαπραγματευτεί. Όταν αλλάζουν οι συνθήκες, κάποια ζητήματα μπορούν να συζητηθούν ξανά και να οδηγήσουν σε συμβιβασμό. Υπάρχουν και όρια που ο καθένας επιλέγει να διατηρήσει. Αν η διαφωνία παραμένει, οι δύο άνθρωποι χρειάζεται να αποφασίσουν πώς θα κινηθούν από εκεί και πέρα, ο καθένας για τον εαυτό του.
Πώς μπορεί να μοιάζει ένα όριο στην καθημερινότητα
Χρόνος για τον εαυτό μου
«Απόψε χρειάζομαι λίγη ώρα για μένα· η εβδομάδα ήταν πολύ κουραστική. Δεν έχει να κάνει με σένα. Αύριο θα ήθελα να φάμε μαζί και να τα πούμε.»
Εδώ η ανάγκη για χώρο λέγεται μαζί με την πρόθεση να ξαναβρεθούμε. Δεν χρειάζεται κάθε αίτημα για χώρο να συνοδεύεται από πρόγραμμα· σε αυτή την περίπτωση, όμως, η πρόσκληση για αύριο κάνει σαφές ότι ο χρόνος που ζητάω δεν είναι απομάκρυνση από τη σχέση.
Βοήθεια που δεν ζητήθηκε
«Θέλω να σου πω τι έγινε στη δουλειά, αλλά τώρα χρειάζομαι κυρίως να με ακούσεις, όχι λύσεις. Αν θέλω ιδέες, θα σου πω.»
Οι λύσεις που προτείνει ο άλλος μπορεί να πηγάζουν από πραγματικό ενδιαφέρον, ακόμη κι αν εκείνη τη στιγμή χρειαζόμαστε κυρίως να μας ακούσει.
Διαθεσιμότητα
«Στη δουλειά δεν μπορώ να απαντάω αμέσως στα μηνύματα. Αν είναι κάτι επείγον, πάρε με τηλέφωνο· αλλιώς θα σου απαντήσω στο διάλειμμα.»
Το όριο λέει τι δεν μπορώ, αλλά και τι μπορώ και δίνει στον άλλον έναν τρόπο να με βρει όταν πραγματικά χρειάζεται.
Ιδιωτικότητα
«Δεν θέλω να διαβάζεις τις συζητήσεις μου με τους φίλους μου. Αν κάτι σε ανησυχεί, προτιμώ να μου το πεις και να το συζητήσουμε.»
Σε μια κοντινή σχέση μοιραζόμαστε πολλά, αλλά η εγγύτητα δεν δίνει αυτόματα πρόσβαση σε κάθε σκέψη, συζήτηση ή κομμάτι του παρελθόντος μας. Η ιδιωτικότητα αφορά την επιλογή του τι μοιραζόμαστε με τους άλλους, πότε και με ποιον.
Λιγότερο τείχος, περισσότερη σαφήνεια
Τα υγιή όρια σε μια κοντινή σχέση έχουν λιγότερο να κάνουν με τείχη και περισσότερο με σαφήνεια: να ξέρουμε τι χρειαζόμαστε και τι μπορούμε να δώσουμε, να το λέμε χωρίς να επιτεθούμε στον άλλον και να κάνουμε ό,τι εξαρτάται από εμάς. Μπορούν να συνυπάρχουν με την τρυφερότητα, την αλληλεξάρτηση και την ανάγκη μας για τους άλλους.
Τα όρια μας βοηθούν να συμμετέχουμε στη σχέση πιο συνειδητά, διατηρώντας τις δικές μας ανάγκες και επιλογές και σεβόμενοι παράλληλα την ελευθερία του άλλου.
Πηγές
Ryder, R. G., & Bartle, S. (1991). Boundaries as distance regulators in personal relationships. Family Process, 30(4), 393–406. https://doi.org/10.1111/j.1545-5300.1991.00393.x
Green, R.-J., & Werner, P. D. (1996). Intrusiveness and closeness-caregiving: Rethinking the concept of family “enmeshment.” Family Process, 35(2), 115–136. https://doi.org/10.1111/j.1545-5300.1996.00115.x
Kluwer, E. S., Karremans, J. C., Riedijk, L., & Knee, C. R. (2020). Autonomy in relatedness: How need fulfillment interacts in close relationships. Personality and Social Psychology Bulletin, 46(4), 603–616. https://doi.org/10.1177/0146167219867964
Knee, C. R., Hadden, B. W., Porter, B., & Rodriguez, L. M. (2013). Self-determination theory and romantic relationship processes. Personality and Social Psychology Review, 17(4), 307–324. https://doi.org/10.1177/1088868313498000
Calatrava, M., Martins, M. V., Schweer-Collins, M., Duch-Ceballos, C., & Rodríguez-González, M. (2022). Differentiation of self: A scoping review of Bowen Family Systems Theory’s core construct. Clinical Psychology Review, 91, 102101. https://doi.org/10.1016/j.cpr.2021.102101
Rodríguez-González, M., Bell, C. A., Pereyra, S. B., Martínez-Díaz, M. P., Schweer-Collins, M., & Bean, R. A. (2023). Differentiation of self and relationship attachment, quality, and stability: A path analysis of dyadic and longitudinal data from Spanish and U.S. couples. PLOS ONE, 18(3), e0282482. https://doi.org/10.1371/journal.pone.0282482
Kanter, J. B., Lavner, J. A., Lannin, D. G., Hilgard, J., & Monk, J. K. (2022). Does couple communication predict later relationship quality and dissolution? A meta-analysis. Journal of Marriage and Family, 84(2), 533–551. https://doi.org/10.1111/jomf.12804
Το άρθρο παρέχει γενική ενημέρωση και δεν αντικαθιστά την εξατομικευμένη ιατρική ή ψυχοσεξουαλική αξιολόγηση.