Μειωμένη σεξουαλική επιθυμία: αιτίες και αντιμετώπιση

Γιώργος Κορδώνιας – Ψυχολόγος – Ψυχοσεξολόγος

«Γιατί δεν έχω πια διάθεση για σεξ;» «Αγαπώ τον άνθρωπό μου, αλλά δεν μου βγαίνει όπως παλιά». Μια αλλαγή στη σεξουαλική επιθυμία μπορεί να φέρει απορίες, απογοήτευση ή ανησυχία. Μερικές φορές, περισσότερο κι από την ίδια τη μειωμένη διάθεση, μας βαραίνει η σκέψη ότι θα έπρεπε να νιώθουμε διαφορετικά.

Το τι θεωρείται «χαμηλή» σεξουαλική επιθυμία δεν είναι ίδιο για όλους. Έχει σημασία πώς ήταν η επιθυμία σου στο παρελθόν, τι θα ήθελες και τι συμβαίνει τώρα στη ζωή σου.¹,² Γι’ αυτό μια τέτοια αλλαγή αξίζει πρώτα να γίνει κατανοητή, και όχι να πάρει βιαστικά μια ετικέτα.

Τι εννοούμε με τη μειωμένη σεξουαλική επιθυμία;

Η σεξουαλική επιθυμία είναι, με απλά λόγια, η διάθεση ή το ενδιαφέρον για σεξ. Δεν αφορά μόνο το σώμα· έχει να κάνει και με τις σκέψεις, τα συναισθήματα και τη σχέση μας με τους άλλους.¹,²

Στην καθημερινή κουβέντα, η επιθυμία μπερδεύεται εύκολα με άλλες εμπειρίες. Η διέγερση αφορά το πόσο διεγερμένος αισθάνεται κανείς και το πώς ανταποκρίνεται το σώμα του, ενώ η έλξη αφορά το ποιος ή τι μας ελκύει σεξουαλικά. Η επιθυμία μπορεί να συνδέεται και με τις δύο, χωρίς να ταυτίζεται με καμία.¹,²

Κάτι αντίστοιχο ισχύει και για τη συχνότητα του σεξ. Κάποιος μπορεί να θέλει σεξ αλλά να έχει λίγες επαφές, ενώ κάποιος άλλος μπορεί να έχει συχνές επαφές με περιορισμένη επιθυμία. Η συχνότητα από μόνη της δεν αποτελεί μέτρο της επιθυμίας ή κριτήριο για διάγνωση.³

Τέλος, η μειωμένη επιθυμία είναι κάτι διαφορετικό από την ασεξουαλικότητα. Οι πηγές αντιμετωπίζουν την ασεξουαλικότητα ως προσανατολισμό ή ταυτότητα που αφορά τη σεξουαλική έλξη. Δεν συμπεραίνεται από μια μείωση της επιθυμίας και δεν είναι από μόνη της κάτι που χρειάζεται θεραπεία.²

Πότε η χαμηλή επιθυμία γίνεται προσωπική δυσκολία;

Η χαμηλότερη σεξουαλική επιθυμία δεν είναι από μόνη της διαταραχή. Οι κλινικές πηγές ξεχωρίζουν τέσσερα πράγματα που εύκολα μπερδεύονται: πόση επιθυμία νιώθει κανείς, πόσο συχνά κάνει σεξ, αν αυτό τον στενοχωρεί και αν υπάρχει πράγματι κάποια δυσλειτουργία.¹,³,⁴

Ένα χρήσιμο ερώτημα είναι από πού έρχεται η ανησυχία. Σου λείπει κάτι που παλιότερα απολάμβανες; Ή νιώθεις ανεπαρκής επειδή συγκρίνεσαι με τον σύντροφό σου ή με όσα «θα έπρεπε» να νιώθεις; Οι δύο εμπειρίες μπορεί να συνυπάρχουν, αλλά δεν είναι ίδιες. Στη μία, λείπει κάτι που έχει αξία για εσένα. Στην άλλη, το βάρος έρχεται κυρίως από τη σύγκριση και τις προσδοκίες.

Κάτι ανάλογο ισχύει και μέσα σε μια σχέση. Οι δύο σύντροφοι μπορεί να έχουν διαφορετική διάθεση για σεξ, και αυτό να απασχολεί τον έναν ή και τους δύο. Η δυσαρέσκεια του ενός, από μόνη της, δεν σημαίνει ότι η χαμηλότερη επιθυμία του άλλου αποτελεί διαταραχή.¹,⁴ Αξίζει να δοθεί χώρος στην εμπειρία και των δύο, με σεβασμό στις επιθυμίες και τις ανάγκες του καθενός.

Για να ζητήσεις βοήθεια δεν χρειάζεται να «πληροίς κριτήρια» ή να έχεις κάποια διάγνωση. Αν η αλλαγή σε απασχολεί, ή αν απλώς θέλεις να την καταλάβεις καλύτερα, αυτό είναι από μόνο του καλός λόγος για μια συζήτηση με έναν ειδικό.

Η επιθυμία χρειάζεται να έρχεται αυθόρμητα;

Έχουμε συνηθίσει να φανταζόμαστε την επιθυμία σαν κάτι που εμφανίζεται πρώτο, πριν από κάθε επαφή. Η κλινική βιβλιογραφία περιγράφει, όμως, και μια άλλη δυνατότητα: για ορισμένους ανθρώπους, η επιθυμία μπορεί να εμφανιστεί στην πορεία, όταν οι συνθήκες τούς ταιριάζουν ή μέσα από ένα άγγιγμα που οι ίδιοι επιθυμούν.¹,²,⁵ Η επιθυμία μπορεί, λοιπόν, να εμφανίζεται με διαφορετικούς τρόπους, ανάλογα με τον άνθρωπο και τις συνθήκες. Η αυθόρμητη επιθυμία είναι μία από αυτές τις δυνατότητες, χωρίς να αποτελεί κάποιο πιο «υγιές» ή πιο «αληθινό» πρότυπο.

Ένα απλό παράδειγμα: μπορεί αρχικά να μη νιώθεις σεξουαλική διάθεση, αλλά να θέλεις πραγματικά μια αγκαλιά ή ένα φιλί. Μέσα σε αυτή την επαφή, που την επιλέγεις ελεύθερα, μπορεί να αρχίσει να εμφανίζεται ενδιαφέρον για κάτι περισσότερο. Μπορεί όμως και όχι, και αυτό είναι εξίσου εντάξει.

Η προθυμία δεν είναι υποχρέωση. Η ανταποκρινόμενη επιθυμία δεν σημαίνει ότι χρειάζεται να ξεκινήσεις σεξ που δεν θέλεις, ελπίζοντας ότι η διάθεση θα έρθει στην πορεία. Η διάθεση για μια αγκαλιά δεν είναι διάθεση για σεξ, και μπορείς να σταματήσεις ή να αλλάξεις το είδος της επαφής όποτε το θελήσεις. Η πίεση, ο φόβος για την αντίδραση του άλλου ή η αίσθηση καθήκοντος είναι κάτι πολύ διαφορετικό από την πραγματική διάθεση.⁵

Η σεξουαλική επιθυμία μπορεί να εμφανίζεται με διαφορετικούς τρόπους. Η αυθόρμητη επιθυμία δεν αποτελεί πιο «υγιές» ή πιο «αληθινό» πρότυπο, ενώ η ανταποκρινόμενη επιθυμία προϋποθέτει ένα πλαίσιο ελεύθερης επιλογής, χωρίς πίεση ή υποχρέωση για σεξ.

Τι μπορεί να χρειάζεται να διερευνηθεί;

Όταν αλλάζει η σεξουαλική επιθυμία, αξίζει να δούμε τη συνολική εικόνα: τη σωματική υγεία, τις σκέψεις και τα συναισθήματα, τις σχέσεις και τις κοινωνικές ή πολιτισμικές προσδοκίες γύρω από το σεξ.¹,⁴,⁶ Όλα αυτά αποτελούν αφετηρίες για να κατανοήσουμε καλύτερα τι συμβαίνει. Η παρουσία ενός παράγοντα, όμως, δεν αποδεικνύει ότι αυτός προκάλεσε την αλλαγή.

Δύο άνθρωποι με παρόμοια αλλαγή μπορεί να χρειαστεί να ξεκινήσουν από πολύ διαφορετικά ερωτήματα. Ο ένας ίσως παρατηρεί ότι η αλλαγή ήρθε σε μια περίοδο που άλλαζε η φάση της ζωής του· η άλλη, ότι τη συνδέει με την πίεση που νιώθει γύρω από την επαφή.

Μειωμένη σεξουαλική επιθυμία: τρεις αφετηρίες για να κατανοήσουμε τι έχει αλλάξει, πώς βιώνεται και ποιες συνθήκες αξίζει να διερευνηθούν. Η παρουσία ενός παράγοντα δεν αποδεικνύει ότι αυτός προκάλεσε την αλλαγή.

Σωματική υγεία, στάδιο ζωής και φάρμακα

Στους παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη περιλαμβάνονται οι ορμονικές αλλαγές και όσες συνδέονται με το στάδιο της ζωής, τα ιατρικά προβλήματα και τα φάρμακα.²,⁴,⁶ Οι ορμόνες μπορεί να έχουν ρόλο, όμως δεν «ορίζουν» την επιθυμία: τα επίπεδά τους δεν τη μετρούν, και τα ευρήματα για τη σχέση ορμονών και επιθυμίας είναι ανάμεικτα.²,⁴,⁵,⁶

Ορισμένα φάρμακα, ανάμεσά τους και κάποια αντικαταθλιπτικά, αναγνωρίζονται ως πιθανός παράγοντας σεξουαλικών παρενεργειών, που μπορεί να αφορούν και την επιθυμία.⁷ Δεν είναι όμως πάντα εύκολο να ξεχωρίσει κανείς τι οφείλεται στο φάρμακο και τι στην κατάσταση για την οποία χορηγήθηκε.⁷ Αν παίρνεις φάρμακα και αναρωτιέσαι για κάτι τέτοιο, αξίζει να το συζητήσεις με τον γιατρό σου.

Διάθεση, άγχος και σκέψεις γύρω από το σεξ

Η μειωμένη σεξουαλική επιθυμία έχει συνδεθεί με την πεσμένη διάθεση ή την κατάθλιψη, το στρες, την απόσπαση της προσοχής, το άγχος και τις αρνητικές σκέψεις ή πεποιθήσεις γύρω από το σεξ.³,⁶,⁷ Η σχέση αυτή μπορεί να κινείται και προς τις δύο κατευθύνσεις: η πεσμένη διάθεση μπορεί να συνοδεύεται από λιγότερη επιθυμία, αλλά και μια αλλαγή στην επιθυμία μπορεί να βαραίνει τη διάθεση. Γι’ αυτό, αξίζει να εξετάζει κανείς πώς συνδέονται όλα αυτά με τη δική του εμπειρία, αντί να αναζητά έναν μόνο «ένοχο».

Σχέση, προσδοκίες και συνθήκες της επαφής

Η σχέση και οι συνθήκες της σεξουαλικής επαφής μπορούν επίσης να αποτελούν σημαντικό μέρος της εικόνας. Η πίεση, οι συγκρούσεις, η αίσθηση ότι το σεξ γίνεται από υποχρέωση, η περιορισμένη ικανοποίηση από τις επαφές, οι προσδοκίες που συνδέονται με το φύλο και η ρουτίνα μιας μακροχρόνιας σχέσης είναι μερικά από τα ζητήματα που αξίζει να διερευνηθούν.⁵ Σημασία έχει ο τρόπος με τον οποίο βιώνει κάθε άνθρωπος αυτές τις συνθήκες.

Η μειωμένη επιθυμία στους άνδρες

Η χαμηλή επιθυμία δεν αφορά μόνο τις γυναίκες. Η αντίληψη ότι ένας άνδρας «θέλει πάντα» και «είναι πάντα έτοιμος» αντανακλά μια κοινωνική προσδοκία. Στην πραγματικότητα, η σεξουαλική επιθυμία διαφέρει από άνθρωπο σε άνθρωπο. Ένας άνδρας που παρατηρεί μια τέτοια αλλαγή μπορεί να αισθάνεται αμηχανία απέναντι σε αυτή την προσδοκία.

Και στους άνδρες, η αξιολόγηση κοιτάζει την εικόνα συνολικά: τη σωματική υγεία, τις σκέψεις και τα συναισθήματα, τη σχέση και το πλαίσιο, χωρίς να θεωρείται αυτονόητο ότι η εξήγηση είναι ορμονική.⁶ Η χαμηλότερη επιθυμία στους άνδρες έχει συνδεθεί και με ψυχολογικούς παράγοντες, όπως οι αρνητικές σκέψεις και πεποιθήσεις για το σεξ.⁶

Τι περιλαμβάνει μια εξατομικευμένη αξιολόγηση;

Η αξιολόγηση της σεξουαλικής επιθυμίας ξεκινά με μια συζήτηση για όσα απασχολούν το άτομο. Μέσα από αυτήν, διερευνάται αν και πώς η αλλαγή στην επιθυμία συνδέεται με την καθημερινότητα, τις σχέσεις και την υγεία του.¹,⁴,⁶

Δύο ερωτήματα μπορούν να δώσουν μια καλή αφετηρία:

  • Τι ακριβώς σε απασχολεί και τι θα ήθελες να είναι διαφορετικό;

  • Τι έχει αλλάξει στη ζωή σου: στην υγεία, στη διάθεση, στη φάση της ζωής σου, σε κάποιο φάρμακο ή στη σχέση σου;

Οι απαντήσεις βοηθούν να σχηματιστεί μια πιο ολοκληρωμένη εικόνα και να φανεί ποια ζητήματα αξίζει να διερευνηθούν περισσότερο. Στη συζήτηση μπορεί να συμμετέχει και ο σύντροφος, εφόσον το επιθυμεί το ίδιο το άτομο και αυτό ταιριάζει στην περίπτωσή του.

Στις γυναίκες, τα ερωτηματολόγια μπορούν να βοηθήσουν στη διερεύνηση της μειωμένης σεξουαλικής επιθυμίας. Για να διαπιστωθεί, όμως, αν πρόκειται για διαταραχή μειωμένης σεξουαλικής επιθυμίας, χρειάζεται μια πιο ολοκληρωμένη κλινική αξιολόγηση.⁴,⁸

Ποιες επιλογές υποστήριξης μπορούν να συζητηθούν;

Τι μπορεί να περιλαμβάνει η ψυχοσεξουαλική υποστήριξη

Οι κλινικές πηγές περιγράφουν διάφορες ψυχολογικές προσεγγίσεις για τη χαμηλή επιθυμία.¹,³,⁴ Ενδεικτικά:

  • Ψυχοσεξουαλική θεραπεία και γνωσιακή-συμπεριφορική θεραπεία. Ανάλογα με την προσέγγιση, η συζήτηση μπορεί να αφορά σκέψεις, πεποιθήσεις και προσδοκίες γύρω από το σεξ, καθώς και την πίεση που μπορεί να τις συνοδεύει.

  • Προγράμματα ενσυνειδητότητας (mindfulness). Η ενσυνειδητότητα είναι η πρακτική να προσέχει κανείς τις αισθήσεις, τις σκέψεις και τα συναισθήματα της στιγμής, χωρίς να τα κρίνει συνεχώς. Ορισμένα προγράμματα γίνονται σε ομάδα.

  • Εστίαση στις αισθήσεις (sensate focus). Μια κλινική προσέγγιση στην οποία το άγγιγμα εξερευνάται χωρίς στόχο: δεν «πρέπει» να οδηγήσει σε διέγερση, οργασμό ή σεξ. Μπορεί να προσαρμόζεται στις ανάγκες του ανθρώπου ή του ζευγαριού.⁹

  • Συνεδρίες με το ζευγάρι, όταν αυτό ταιριάζει και το επιθυμούν και οι δύο.

Μέρος της υποστήριξης είναι και η ενημέρωση για το πώς μπορεί να λειτουργεί η επιθυμία. Στην κλινική πράξη χρησιμοποιείται με στόχο να αλλάξει το ερώτημα από «γιατί δεν θέλω αυθόρμητα;» σε «σε ποιες συνθήκες μπορώ να νιώσω ενδιαφέρον και ευχαρίστηση;».²

Τι γνωρίζουμε για τα αποτελέσματα

Για γυναίκες με διαταραχή μειωμένης σεξουαλικής επιθυμίας, υπάρχουν ερευνητικά δεδομένα που υποστηρίζουν ορισμένα προγράμματα ψυχοσεξουαλικής θεραπείας, γνωσιακής-συμπεριφορικής θεραπείας και ενσυνειδητότητας. Αυτό επισημαίνουν και πρόσφατες διεθνείς επιστημονικές συστάσεις.⁸

Τα στοιχεία αυτά αφορούν γυναίκες με μειωμένη σεξουαλική επιθυμία ή με σχετική διαταραχή. Οι μελέτες εξέτασαν ολόκληρα θεραπευτικά προγράμματα, επομένως παραμένει ασαφές ποια μέρη τους συνέβαλαν περισσότερο στα αποτελέσματα. Τα διαθέσιμα δεδομένα δεν αναδεικνύουν μία προσέγγιση ή έναν συνδυασμό ως καλύτερο για όλους.¹,⁸ Η ερευνητική υποστήριξη δείχνει ότι υπάρχει δυνατότητα βοήθειας, με αποτελέσματα που μπορεί να διαφέρουν από άνθρωπο σε άνθρωπο.

Για τους άνδρες, μια κλινική ανασκόπηση του 2020 ανέφερε ότι οι μελέτες για ψυχολογικές παρεμβάσεις ειδικά στη μειωμένη επιθυμία ήταν λίγες.⁶ Τα αποτελέσματα από μελέτες σε γυναίκες χρειάζονται ξεχωριστή επιβεβαίωση προτού θεωρήσουμε ότι ισχύουν και για τους άνδρες.

Από πού μπορείς να ξεκινήσεις;

Δεν χρειάζεται να γνωρίζεις ήδη την αιτία ούτε να έχεις αποφασίσει πόσο συχνά «θα έπρεπε» να θέλεις σεξ. Η αφετηρία μπορεί να είναι απλώς ότι κάτι άλλαξε και θέλεις να το καταλάβεις.

Μια εξατομικευμένη συζήτηση έχει ακριβώς αυτόν τον σκοπό: να γίνει πιο καθαρό τι συμβαίνει στη δική σου περίπτωση και τι θα μπορούσε να σε βοηθήσει, χωρίς έναν αριθμό-στόχο που πρέπει να πιάσεις. Ο ρυθμός και οι αποφάσεις μένουν δικές σου, με σεβασμό στο σώμα, στις ανάγκες και στις επιλογές σου.

Πηγές

  1. Brotto, L. A., & Velten, J. (2020). Sexual interest/arousal disorder in women. In K. S. K. Hall & Y. M. Binik (Eds.), Principles and practice of sex therapy (6th ed., pp. 13–40). Guilford Press.

  2. Brotto, L. A., & Smith, K. B. (2014). Sexual desire and pleasure. In D. L. Tolman & L. M. Diamond (Eds.), APA handbook of sexuality and psychology: Vol. 1. Person-based approaches (pp. 205–244). American Psychological Association. https://doi.org/10.1037/14193-008

  3. Brotto, L. A. (2018). Better sex through mindfulness: How women can cultivate desire. Greystone Books.

  4. Bitzer, J., & Kirana, P.-S. (2021). Female sexual dysfunctions. In M. Lew-Starowicz, A. Giraldi, & T. H. C. Krüger (Eds.), Psychiatry and sexual medicine: A comprehensive guide for clinical practitioners (pp. 109–134). Springer. https://doi.org/10.1007/978-3-030-52298-8_10

  5. Nagoski, E. (2015). Come as you are: The surprising new science that will transform your sex life. Simon & Schuster.

  6. Nobre, P. J., Carvalho, J., & Mark, K. P. (2020). Low sexual desire in men. In K. S. K. Hall & Y. M. Binik (Eds.), Principles and practice of sex therapy (6th ed., pp. 63–86). Guilford Press.

  7. Quinta Gomes, A. L., & Nobre, P. J. (2021). Depressive disorders. In M. Lew-Starowicz, A. Giraldi, & T. H. C. Krüger (Eds.), Psychiatry and sexual medicine: A comprehensive guide for clinical practitioners (pp. 235–248). Springer. https://doi.org/10.1007/978-3-030-52298-8_16

  8. Rowen, T. S., Abdo, C., el Kak, F., Maseroli, E., Pope, R., Prasad, P., Velten, J., & Vignozzi, L. (2026). Evaluation and management of hypoactive sexual desire disorder in women. Recommendations from the 5th International Consultation on Sexual Medicine (ICSM 2024). Sexual Medicine Reviews, 14(1), qeaf057. https://doi.org/10.1093/sxmrev/qeaf057

  9. Weiner, L., & Avery-Clark, C. (2017). Sensate focus in sex therapy: The illustrated manual. Routledge.


Το άρθρο παρέχει γενική ενημέρωση και δεν αντικαθιστά την εξατομικευμένη ιατρική ή ψυχοσεξουαλική αξιολόγηση.

Next
Next

Στρες: τι συμβαίνει στο σώμα και στην ψυχολογία όταν η πίεση παρατείνεται